Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Φροντίδα παιδιού – που πρέπει να φθάνουν τα όρια

i-psyxologos-gr1

Κείτεται γυμνό στην κούνια του ή σε κάποια αφιλόξενη αγκαλιά, κλαίγοντας γοερά. Δεν είναι καν σε θέση να γυρίσει το κορμάκι του στο πλάι, ούτε και να βάλει τα δαχτυλάκια του στο στόμα για να αυτοπαρηγορηθεί.  Είναι παντελώς ανήμπορο, όχι εξαιτίας κάποιας ανεπάρκειας, αλλά επειδή αυτή είναι η φύση του. Είναι απόλυτα εξαρτημένο,
όχι επειδή έχει κάποια αναπηρία, αλλά γιατί έτσι πλάστηκε. Έτσι ήμασταν όλοι μας κάποτε. Παντού και πάντα. Ανήμποροι να φροντίσουμε τον εαυτό μας, παντελώς αβοήθητοι, στο έλεος αυτών που μας έφεραν στον κόσμο και μιας κοινωνίας που έχει αναγάγει το ανθρώπινο βρέφος σε ένα από τα πλέον ιερά ιδεώδη της.
Και όμως ακόμα και η σύγχρονη κοινωνία προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να «δαμάσει» τις «υπερβολικές θυμικές αντιδράσεις» των βρεφών, δηλαδή το κλάμα τους, διαμέσου των επιστημονικών της εκπροσώπων που συμβουλεύουν τους γονείς να τις «οριοθετούν» και να μη τις πριμοδοτούν. Και όμως ένα βρέφος δεν διαθέτει τίποτα άλλο εκτός από το κλάμα του για να επικοινωνήσει την οποιαδήποτε ανάγκη του. Το να βουβάνουμε αυτό το κλάμα είναι ταυτόσημο με τη φίμωση ενός ενήλικα ή με την παραίτηση κάποιου που ουρλιάζει μάταια για  βοήθεια επί ώρες, χωρίς κανείς να τον ακούει.
Η σύγχρονη έρευνα έχει διαψεύσει στο σύνολό τους τις επί δεκαετίες ισχύουσες αντιλήψεις που ήθελαν τους γονείς να αφήνουν το παιδί τους να κλαίει για να μη «κακομάθει». Έχει αποδειχθεί πως τα μωρά μητέρων που αντιδρούν άμεσα στο κλάμα τους όχι μόνο κλαίνε πολύ λιγότερο μετά τους 6 πρώτους μήνες, αλλά είναι και πολύ πιο ασφαλή απ΄ότι τα μωρά μητέρων που τα αφήνουν να κλαίνε για να μη «κακομάθουν».
Όταν ένα έμβρυο ζει και αναπτύσσεται για 9 μήνες μέσα σε μία ζεστή «αγκαλιά» -τη μήτρα- δεν του είναι καθόλου εύκολο, ως βρέφος πλέον, να εξοικειωθεί χωρίς κάτι να το περιβάλει, χωρίς το άκουσμα του γνώριμου χτύπου της μητρικής καρδιάς, ιδιαίτερα όταν κάποιο εσωτερικό ή εξωτερικό ερέθισμα το αναστατώσει. Οι πρώτες επιστημονικές αποδείξεις για τη σημασία της άμεσης σωματικής επαφής έχουν να κάνουν με τη μέθοδο καγκουρό. Αποδείχθηκε λοιπόν πως  βρέφη, που γεννήθηκαν πρόωρα ή που εξαιτίας κάποιου σοβαρού προβλήματος χρειάστηκε να μπουν για καιρό σε θερμοκοιτίδα, ανάρρωσαν γρηγορότερα και με λιγότερες επιπλοκές, αν οι μητέρες τους τα έπαιρναν καθημερινά για λίγες ώρες στην αγκαλιά τους και τα τοποθετούν πάνω στο γυμνό τους στήθος, τυλιγμένα σε ένα ζεστό σάλι.
Ο άνθρωπος, ως νομαδικό είδος, κουβαλούσε για χιλιετίες πάνω στο σώμα του τα βρέφη του. Αυτό σημαίνει πως το βρέφος είναι «προγραμματισμένο» να έχει ανάγκη τη σωματική επαφή. Για πρώτη φορά στη βιομηχανική κοινωνία, τέθηκε ζήτημα για το πού θα πρέπει να κοιμούνται τα μωρά. Παλαιότερα κοιμόντουσαν όλοι μαζί στον ίδιο χώρο, κατόπιν όλα τα αδέλφια μαζί και τώρα πλέον το κάθε παιδί «πρέπει» να έχει το δωμάτιο, την TV, τον υπολογιστή του κλπ., και μαζί με τις αυξημένες, και τεχνητές συχνά, υλικές ανάγκες των παιδιών, αυξάνεται και η  αποξένωσή τους από την άμεση επικοινωνία και επαφή με τον περίγυρο.
Είναι βέβαιο πως πολλές από τις αντιλήψεις για τη φροντίδα παιδιού καθορίστηκαν και καθορίζονται από τις ανάγκες της αλλαγής του τρόπου της ζωής μας και όχι από τις ανάγκες της ίδιας μας της φύσης ως ανήμπορων βρεφών ή μικρών παιδιών.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται μόνο θερμίδες για να μεγαλώσουν, αλλά και αγάπη, φιλική διάθεση και σωματική/συναισθηματική εγγύτητα. Έχουν ανάγκη από την ύπαρξη κάποιου που να είναι πάντα διαθέσιμος να τα χαϊδέψει, να τα αγγίξει, να τα αγκαλιάσει, να τα φιλήσει, να τα παρηγορήσει. Το βρέφος, μη έχοντας την αίσθηση του χρόνου, όταν νιώσει μια έντονη ανάγκη -είτε αυτό λέγεται πείνα, φόβος, μοναξιά, πόνος κλπ.- πανικοβάλλεται, αν κάποιος δεν προστρέξει άμεσα να το καθησυχάσει, να το ανακουφίσει. Αυτό του δημιουργεί σταδιακά μια αίσθηση ασφάλειας και μια εσωτερική βεβαιότητα για την ύπαρξη κάποιου που θα βρεθεί δίπλα του κάθε φορά που θα νιώσει ανάλογα και θα το φροντίσει, θα το προστατέψει. Αυτό με τη σειρά του θα το κάνει να αντιδρά ολοένα και ηπιότερα σε ανάλογες μελλοντικές περιπτώσεις «εκτάκτου ανάγκης».
i-psyxologos-gr2
Το αν κάποιος γίνει ασφαλές άτομο και επαρκής γονιός αργότερα στη ζωή ή όχι έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει και με το αν έχει βιώσει αυτήν την ατόφια και χωρίς όρια και όρους αποδοχή και σωματική επαφή ως βρέφος και μικρό παιδί. Και αυτή η φροντίδα δεν έχει κι ούτε πρέπει να έχει φύλο. Θα πρέπει να ασκείται και από τους δύο γονείς με τρόπο που να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες του ίδιου του παιδιού, αλλά και στις προσωπικές ανάγκες των φροντιστών του.
Το να γίνει κάποιος γονιός εμπεριέχει πολύ περισσότερα πράγματα  από το να φέρει στον κόσμο ένα παιδί. Μία ψυχολογική γονεϊκότητα σημαίνει μία δια βίου ευθύνη και έγνοια, χωρίς τη δυνατότητα μετάνοιας. Το δε παιδί χρειάζεται μία ζεστή, στενή και διαρκή σχέση με αυτούς που το φροντίζουν. Η σχέση γονέα-παιδιού γεννά τόσο έντονα συναισθήματα που θα μπορούσε να συγκριθεί με το τυφλό ερωτικό πάθος, όπου, εκτός από τον απύθμενο έρωτα και τα πολύ θετικά συναισθήματα, το παιδί γίνεται αποδέκτης και των πιο επώδυνων και κρυφών συναισθημάτων του γονέα, όπως ο φθόνος, το μίσος και το άγχος. Συνήθως, τα συναισθήματα αυτά -σχεδόν πάντα υποσυνείδητα- έχουν τις ρίζες τους σε βιώματα της παιδικής ηλικίας του γονέα, από τα οποία κανένας δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί, αν πρώτα δεν τα συνειδητοποιήσει και δεν επεξεργασθεί εντός του.
Μια ιδεολογία φροντίδας του παιδιού δεν θα πρέπει να έχει τη μορφή προγραμματικών δηλώσεων, αλλά να βασίζεται κυρίως στη μοναδικότητα του κάθε παιδιού και στην ευαισθησία του γονέα να διαβάζει τα μηνύματα του παιδιού του και να ανταποκρίνεται σ΄αυτά με τρόπο που να προάγει την αίσθηση «ευ ζην» του παιδιού, νιώθοντας ταυτόχρονα κι ο ίδιος καλά.
Πηγή   i-psyxologos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου